
Ενας άνδρας σού μιλάει, κάποιος άλλος σε διώχνει, «λαμόγια δημοσιογράφοι» λέει, ένας στο βάθος κάτι φωνάζει. Κάποιος σού λέει «έλα να στα πω, μη βρεθείς κι εσύ εδώ άμα γυρίσεις στην εφημερίδα με άδεια χέρια». Κανείς δεν σε κοιτάζει στα μάτια. Σαν να ντρέπονται οι άνθρωποι. Ο Ζώης, αυτός που μου μιλάει, λέει «και ποιος φταίει; Εγώ φταίω που βρέθηκα εδώ».
Η ουρά στη Χρυσοστόμου Σμύρνης ξεκινάει πριν αρχίσει η μέρα. Είναι εννιά το πρωί κι έχει κρύο σήμερα, τόσο που οι αναπνοές αχνίζουν. Ισως γι' αυτό μοιάζουν οι άνθρωποι μ' αυτές τις εικόνες που δεν θα βλέπαμε ποτέ στην Ελλάδα. Κάτι παλιά πλάνα του Reuters, με ατελείωτους ανθρώπους στη σειρά, να τρέμουν και να μην παραπονιούνται.
Στο πεζοδρόμιο της Χρυσοστόμου Σμύρνης, στη γωνία με την Π. Τσαλδάρη. Μόνο εγώ είμαι έξω απ' τη σειρά. Στον τοίχο δίπλα, άνθρωποι στοιχημένοι. Πενήντα, ίσως εξήντα στη σειρά μέχρι εκεί που πιάνει το μάτι. Μια κοπέλα μού δείχνει το χαρτί της απόλυσής της. «Αλλά κάτι έχω βρει», λέει. «Εχω ένα ραντεβού μετά». Η κυρία πίσω της μας ακούει θέλοντας και μη. «Αν δεν πάει καλά το ραντεβού, υπομονή», κάνει. Στον τόνο της το νιώθεις, είναι σίγουρη πως τίποτε δεν θα πάει καλά.
Η Μαρία είναι δύο χρόνια άνεργη - το 2009 την έδιωξαν απ' το μαγαζί με τα αθλητικά. «Ξεκίνησα πωλήτρια, έφυγα προϊσταμένη», λέει. Ενα πρωί, βρέθηκε με το χαρτί απόλυσης στην οδό Ακρωνος, εκεί όπου ήταν τότε ο ΟΑΕΔ. «Είπα, για λίγο είναι». Μήνα με το μήνα, η ουρά απ' την Ακρωνος απλώθηκε ώς την οδό Δαμάρεως. «Μερικές φορές έφτανε εκατό, διακόσια μέτρα πέρα, ώς την οδό Μάνου».
Η Μαρία ήταν ακόμα εκεί. Χαμηλώνει τη φωνή. «Πριν από δύο χρόνια έβγαζα τόσα λεφτά, που έβαζα και στην άκρη, το πιστεύεις;», λέει σαν να ντρέπεται. Πριν από δύο χρόνια σε αυτό το πεζοδρόμιο δεν είχε κόσμο. Το 2009 απέχει απ' το σήμερα όσο η οδός Μάνου απ' την οδό Δαμάρεως. Από εκεί όπου έγραφε τραγούδια ο Χατζιδάκις, μέχρι εκεί όπου έγραφε προκηρύξεις ο Κουφοντίνας: δύο στενά μακριά. Η κυρία Μαρία με κοιτάζει μ' αυτό το ύφος που θα πει «τι σημασία έχουν όλ' αυτά;». Ρίχνει το βάρος της στο άλλο πόδι. «Τώρα, στην ουρά του Βύρωνα». Κρατάει τα χαρτιά στο χέρι, και τα δάχτυλά της είναι μπλε. Δέκα το πρωί, κι ακόμα στο πεζοδρόμιο. Δεν έχει καν μπει στα γραφεία. Το κτίριο με τις τζαμαρίες, δέκα βήματα μακριά. Προχωράμε μαζί προς τα εκεί. ΟΑΕΔ Βύρωνα. «Ενα βήμα τη φορά», λέει η Μαρία. Για σήμερα, το βήμα της θα είναι να πάρει το επίδομα.
Τι μπορείς να κάνεις με 416,5 ευρώ; «Τι μπορείς να μην κάνεις, έτσι το σκέφτομαι εγώ». Μπορείς να μην πληρώνεις ενοίκιο - ο Ζώης μένει ξανά με τους δικούς του, στα 38 του. Μπορείς να μη βγαίνεις, να μην πηγαίνεις διακοπές ούτε καν επισκέψεις. «Η πλήξη μοιράζεται δωρεάν και σε αφθονία», λέει η Εύη. Ο άνδρας πίσω της την κοιτάζει περίεργα. Εργάτης, πενήντα τεσσάρων ετών. Η Εύη ντρέπεται. Επτά χρόνια στη διαφημιστική, «ατάκες μόνο έμαθα να φτιάχνω», λέει. Αλλά ο άνδρας σκέφτεται κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό. «Μπορείς να μην παίρνεις ρούχα στα παιδιά σου;», γυρίζει και απαντά στην αρχική ερώτηση. «Και μπορείς να κάνεις πως δεν σε πειράζει».
Πηγή: kathimerini.gr
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου